μαγγανίτης

Ορυκτό υδροξείδιο του μαγγανίου με χημικό τύπο MnΟ (OH). Κρυσταλλώνεται στο μονοκλινές σύστημα (αν και φαίνεται ότι είναι ορθορομβικός), είναι εύθραυστος και οι κρύσταλλοί του είναι πρισματικοί ψευδοορθορομβικοί με υπομεταλλική στιλπνότητα. Ο μ. είναι η τρίτη σημαντικότερη βιομηχανική πηγή μαγγανίου μετά τον πυρολουσίτη και τον ροδοχρωσίτη. Έχει χρώμα σκούρο γκρίζο προς μαύρο, σκληρότητα 4 στην κλίμακα MOS και ειδικό βάρος 4,3-4,4 gr/cm3. Βρίσκεται στις μεγάλες ιζηματογενείς εναποθέσεις που σχηματίζονται στις παράκτιες ζώνες των θαλασσίων λεκανών, καθώς και σε υδροθερμικές φλεβικές εναποθέσεις μαζί με καλσίτη, βαρίτη και χαλαζία. Κοιτάσματα μ. υπάρχουν στη Νόβα Σκότια (Καναδάς), στη Γερμανία και στην Κορνουάλη (Αγγλία). Στην Ελλάδα βρίσκεται στη Μεσσηνία, στη δυτική Στερεά Ελλάδα, στα μαγγανιούχα κοιτάσματα της Δράμας, στη Θάσο, στο Λαύριο και στη Μήλο. Ο μαγγανίτης είναι ένυδρο οξείδιο του μαγγανίου.
* * *
ο
1. (ορυκτ.) μετάλλευμα τού μαγγανίου που αποτελείται από βασικό οξείδιο τού μαγγανίου και κρυσταλλώνεται στο μονοκλινές σύστημα
2. το κρασί που παράγεται από τη δεύτερη σύνθλιψη τών σταφυλιών με την προσθήκη και νερού, δευτερίας οίνος.

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • Evdilos — Stadtgemeinde Evdilos (1997–2010) Δήμος Ευδήλου …   Deutsch Wikipedia

  • Verwaltungsgliederung von Ikaria — Die Gemeinde Ikaria (griechisch Δήμος Ικαρίας) wurde auf Grund des Kallikratis Programms aus den drei Vorgängergemeinden Agios Kirykos, Evdilos und Christos Raches der griechischen Insel Ikaria zum 1. Januar 2011 gebildet. Sie umfasst die… …   Deutsch Wikipedia

  • Πελοπόννησος — I Ιστορική και γεωγραφική περιοχή της Ελλάδας, η νοτιότερη και μεγαλύτερη χερσόνησος της χώρας και η νοτιότερη της Ευρώπης. Εκτείνεται μεταξύ των παραλλήλων 38° 20’ (ακρωτήριο Δρέπανο) και 36° 23’ (ακρωτήριο Ταίναρο) και των μεσημβρινών 210° 10’… …   Dictionary of Greek

  • εντρυγηφάνιον — ἐντρυγηφάνιον, το (Α) (κατά τον Ησύχ.) «ὁ δεύτερος οἶνος», δηλ. το κρασί που παράγεται από τη δεύτερη σύνθλιψη (πάτημα) τών αποπιεσμάτων τών σταφυλιών (τών στεμφύλων) με την προσθήκη νερού, κν. μαγγανίτης, λάγγερο, τσιπούρας βλ. και δευτερίας,… …   Dictionary of Greek

  • θερμικός — Αυτός που έχει σχέση με τη θερμότητα ή τη θερμοκρασία. θ. αγωγιμότητα.Βλ. λ. αγωγιμότητα (θερμική). θ. ακτινοβολία. Βλ. λ. ακτινοβολία. θ. διαστολή. Βλ. λ. διαστολή. θ. ενέργεια.Βλ. λ. ενέργεια. θ. θόρυβος. Θόρυβος που οφείλεται στη θερμοδυναμική …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.